Λάνκαστερ

I
(Lancaster). Πόλη (136.948 κάτ. το 2000) της βορειοδυτικής Αγγλίας, στην κομητεία Λανκασάιρ. Είναι χτισμένη στις εκβολές του ποταμού Λουν, σε απόσταση 70 χλμ. από το Μάντσεστερ. Έχει ανεπτυγμένο εμπόριο γεωργικών προϊόντων και βιομηχανίες (υφαντουργία, μηχανοκατασκευές, διυλιστήρια πετρελαίου). Το πανεπιστήμιο του Λ. ιδρύθηκε το 1964. Από τα σημαντικότερα μνημεία της πόλης είναι η γοτθική εκκλησία της Αγίας Μαρίας, έργο του 15ου αι., και ένας πύργος του 16ου αι.
Ιστορία. Σπουδαίος ρωμαϊκός σταθμός, το Λ. πέτυχε διάφορα κοινοβουλευτικά προνόμια στα χρόνια του Εδουάρδου A’ (1272-1307), που διατηρήθηκαν μέχρι το 1867. Αναμείχθηκε στον πόλεμο των Δύο Ρόδων (1455-85) και στη διένεξη του Καρόλου A’ με το κοινοβούλιο και καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1698. Στη συνέχεια κατακτήθηκε δύο φορές από τους Ιακωβίτες, το 1715 και το 1746. Αποτέλεσε σημαντικό εμπορικό λιμάνι του 18ου αι., αλλά η σπουδαιότητά του μειώθηκε με την ανάπτυξη των τριών βιομηχανικών πόλεων: Λίβερπουλ, Μάντσεστερ και Πρέστον.
II
(Lancaster). Αγγλική δυναστεία, κλάδος των Πλανταγενετών (1399-1461). Ιδρύθηκε από τον τέταρτο γιο του Εδουάρδου Γ’, Ιωάννη Γκαντ, που ήταν δούκας του Λ. Ο γιος του Ιωάννη, Ερρίκος Δ’, ανέβηκε στον θρόνο ύστερα από εξέγερση των μεγάλων φεουδαρχών στη βόρεια Αγγλία, που ανέτρεψε τον Ριχάρδο B’. Στα χρόνια του Ερρίκου E’, υπό την πίεση των φεουδαρχών αριστοκρατών, συνεχίστηκε ο Εκατονταετής πόλεμος, στη διάρκεια του οποίου οι Άγγλοι κατέλαβαν τη βόρεια Γαλλία. Την εποχή του τελευταίου Λ., του διανοητικά καθυστερημένου Ερρίκου ΣΤ’, οι Άγγλοι έχασαν όλες τις κτήσεις τους στη Γαλλία εκτός από το Καλέ. Γενικά οι Λ. βασίλευσαν με αυταρχικό τρόπο. Κατέπνιξαν με σκληρότητα τα λαϊκά κινήματα και θέσπισαν αυστηρούς νόμους για τους αιρετικούς. Ύστερα από αιματηρούς αγώνες μεταξύ των Λ. και των Γιορκ, τον θρόνο ανέλαβε ο Εδουάρδος Δ’ του Γιορκ.
III
(Lancaster). Ονομασία δύο πόλεων των ΗΠΑ.
1. Πόλη (118.718 κάτ. το 2000) στην πολιτεία Πενσιλβάνια, σε απόσταση 100 χλμ. από τη Φιλαδέλφεια. Πρόκειται για σπουδαίο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο (γεωργικά προϊόντα και βιομηχανίες τροφίμων, μηχανοκατασκευών και χημικών προϊόντων). Ιδρύθηκε το 1721 και υπήρξε για περιορισμένο χρονικό διάστημα πρωτεύουσα των ΗΠΑ (1777) και αργότερα πρωτεύουσα της Πενσιλβάνια (1799-1812).
2. Πόλη (35.335 κάτ. το 2000) στην πολιτεία Οχάιο. Είναι χτισμένη στον ποταμό Χόκιν, σε απόσταση 40 χλμ. από την πρωτεύουσα του Οχάιο, Κολάμπους. Διαθέτει ανεπτυγμένη υαλουργία και βιομηχανία ηλεκτρικών συσκευών. Στα περίχωρα της πόλης βρίσκονται σημαντικά αποθέματα αερίου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λάνκαστερ, Μπαρτ — (Burt Lancaster, Νέα Υόρκη 1913 – Λος Άντζελες 1994). Αμερικανός ηθοποιός και παραγωγός του κινηματογράφου. Πρωταγωνιστής των χρυσών δεκαετιών του Χόλιγουντ –κυρίως 1940 και 1950– ο Λ. κατάφερε να συνδέσει το όνομά του με ορισμένες από τις πιο… …   Dictionary of Greek

  • Λάνκαστερ, Τζέιμς — (James Lancaster, 1555 – 1618). Άγγλος θαλασσοπόρος. Ήταν ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους που διέπλευσαν τον Ινδικό ωκεανό. Το 1601, ο Λ. πραγματοποίησε το πρώτο ταξίδι για λογαριασμό της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών. Το 1616 συνόδευσε τον… …   Dictionary of Greek

  • Λάνκαστερ, Τζόζεφ — (Joseph Lancaster, 1778 – 1838). Άγγλος παιδαγωγός. Καθιέρωσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο, η οποία από το 1811 εφαρμόστηκε σε πολλά σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Έγραψε πολλά έργα πάνω στο αντικείμενό του, το κυριότερο από τα οποία είναι Το… …   Dictionary of Greek

  • Φλέμινγκ, Λάνκαστερ Ίαν — (Fleming, Λονδίνο 1909 – Καντέρμπουρι 1964). Άγγλος συγγραφέας. Ήταν δημοσιογράφος και από την πείρα του πάνω στην αντικατασκοπία εμπνεύστηκε μυθιστορήματα με ήρωα τον γνωστό μας Τζέιμς Μποντ. Στα έργα του παρουσιάζει φανταστικές περιπτώσεις και… …   Dictionary of Greek

  • Δύο Ρόδων, πόλεμος των- — Εμφύλιος πόλεμος που διεξήχθη στην Αγγλία κατά το δεύτερο μισό του 15ου αι., μεταξύ των οπαδών του οίκου των Λάνκαστερ από τη μία πλευρά, που είχαν για έμβλημα ένα κόκκινο ρόδο, και του οίκου των Γιορκ από την άλλη, που είχαν για έμβλημα ένα… …   Dictionary of Greek

  • Ερρίκος — I (Enrico, 1174 – 1216). Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης (1205 16). Πήρε μέρος στην Δ’ Σταυροφορία (1201) και στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (1204). Ανακηρύχθηκε αντιβασιλιάς το 1205, όταν ο αυτοκράτορας αδελφός του, Βαλδουίνος… …   Dictionary of Greek

  • Ρος — (Ross). Επώνυμο 2 Άγγλων εξερευνητών. 1. Τζέιμς (Λονδίνο 1800 – Έιλσμπερι 1862). Ήταν ένας από τους πιο τολμηρούς και τυχερούς εξερευνητές των πόλων και συνέβαλε πολύ στη γνώση του αρκτικού καναδικού αρχιπελάγους και της παράκτιας διαμόρφωσης της …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Μπάφιν, Γουίλιαμ — (William Baffin, Λονδίνο 1584 – Ορμούζ, Περσικός Κόλπος 1622). Άγγλός εξερευνητής. Το 1615 εξερεύνησε τον Κόλπο Χάντσον και τις νότιες ακτές του νησιού Σαουθάμπτον, που βρίσκεται μπροστά στον κόλπο, προσπαθώντας να ανακαλύψει δίοδο προς ΝΔ· το… …   Dictionary of Greek

  • Μπελ, Άντριου — (Andrew Bell, Σεντ Άντριους 1753 – Τσέλτενχαμ 1832). Αγγλικανός πάστορας. Διεύθυνε στο Έγκμορ, κοντά στο Μαντράς, ένα σχολείο για τα παιδιά των εκεί Άγγλων στρατιωτών, χρησιμοποιώντας την αλληλοδιδακτική μέθοδο. Μαζί με τον σύγχρονο του κουάκερο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.